Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

2ος διαγωνισμός διηγήματος Bookaholic Thoughts




Μετά απο την μεγάλη επιτυχία του πρώτου διαγωνισμού, με χαρά σας παρουσιάζουμε τον 2ο διαγωνισμό διηγήματος της ομάδας μας που ξεκινά σήμερα!

Απο τον διαγωνισμό θα βγει ενας τυχερός νικητής\νικήτρια ο οποίος θα κερδίσει δυο βιβλία απο γνωστούς εκδοτικούς οίκους ενω ολα τα υπόλοιπα κείμενα που θα διακριθούν θα μπούνε σε ενα e-book το οποίο θα ανέβει στη σελίδα και και στο ιστολόγιο μας! 🏆

Καλή επιτυχία σε όλους! :) 👍















Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Οι τρείς διακριθείσες ιστορίες του 1ου διαγωνισμού διηγήματος του Bookaholic Thoughts.



1. 3D - Ελένη Χριστοφοράτου

Να μην ξεχάσω να πάρω οδοντόπαστα, έμεινε μια σταλιά στο μπάνιο, όσο και να τη ζουλάς, τζίφος. Και γάλα και τσάι, η μητέρα μου, δεν πίνει καφέ, μη χαλάσει -λέει- την ομοιοπαθητική. Αύριο, κλείνουμε, ένα μήνα εγκλεισμού. Αν, πει κανείς, πως μειώθηκαν οι δουλειές των γυναικών, θα βγει ψεύτης!

Μόλις, τελειώσω, τις σημειώσεις για το φροντιστήριο, θα πάω σούπερ-μάρκετ. Τι έχει το σίγμα και δεν πατιέται κανονικά; Μου ’χει σπάσει τα νεύρα, έτσι μου ’ρχεται να δώσω μια γροθιά στο πληκτρολόγιο, αλλά τότε κινδυνεύουν να ξεχαρβαλωθούν και τ’ άλλα πλήκτρα.

Να δω μια στιγμή τα e-mail, ε, όχι, αυτή η μαθήτρια μ’ έχει τρελάνει, όποτε της βάζουν έκθεση στην πλατφόρμα του σχολείου, θέλει να της φτιάχνω εγώ τον πρόλογο και να της τον στέλνω. Έλεος, μια έκθεση δεν την έχει ξεκινήσει μόνη της, τι θα κάνει στις πανελλήνιες; Μου ζήτησε, να ετοιμάσω, καμιά σαρανταριά προλόγους θεμάτων SOS, για να τους μάθει απ’ έξω. Αν, είχα διοριστεί με το ΑΣΕΠ, δεν θα τα ’χα αυτά. Θα ’κανα το μάθημά μου, ωραία ωραία κι οι καθηγητές των φροντιστηρίων, θα βγάζανε το φίδι από την τρύπα, λύσε μου αυτό, λύσε μου το άλλο, αλλά ας όψονται τα παλαβά θέματα, που βάζουν στον διαγωνισμό των εκπαιδευτικών. Πιο εύκολα σού πέφτει το Τζόκερ παρά διορισμός!

Τι είπα να μην ξεχάσω; -γάλα, τσάι και;- το ξέχασα, διάολε, κι έχω πει πως πρέπει να τα γράφω επί τόπου αυτά που θα ψωνίσω· αν τ’ αφήσω για μετά, βράστα, αλλά τι να πρωτοκάνω, δεν είμαι η Θεά Κάλι, με τα τέσσερα χέρια, αν και θα με βόλευε αυτό, όπως επίσης θα με βόλευε η μέρα να’χε σαρανταοκτώ ώρες, οι εικοσιτέσσερις, τι να σου κάνουν; Κυλάνε στο πιτς φιτίλι, σαν τα νερά, που χύνονται στη ντουζιέρα -αιωνίως απ’ έξω -γιατί όλοι ξεχνάνε να τραβήξουν την κουρτίνα- και το μπάνιο γίνεται λούτσα. Υπερωρίες κάνει η σφουγγαρίστρα.

Όποτε λέω στον Σταύρο, πως δεν μου φτάνει το εικοσιτετράωρο, μου λέει πως είμαι υπερβολική -πάλι καλά που δεν με λέει υστερική- και τα φουσκώνω όλα -λέει- σαν να τα βλέπω με τα 3D του σινεμά.

Τι ώρα είναι; Πρέπει να ετοιμαστώ για το σούπερ μάρκετ, να βάλω τη μάσκα και τα γάντια λες και πάω σε χειρουργείο. Και στην επιστροφή, ακόμα μεγαλύτερη βαβούρα·πέταξε τα γάντια, πλύνε τη μάσκα με καυτό νερό, βγάλε στο μπαλκόνι τα ρούχα που φόρεσες, καθάρισε τα προϊόντα με αντισηπτικό. Μόνο που τα σκέφτομαι αγκομαχάω!

Ο μικρός, παίζει, μετά μανίας play-station, κοντεύει ν’ αποβλακωθεί. Το μόνο καλό είναι πως δεν χρειάζεται να τρέχω, να τον πάρω απ’ το σχολείο. Αργούσα πάντα κι η δασκάλα με στραβοκοίταζε. Πρέπει να ετοιμάσω και το χαρτί εξόδου, δεν είμαστε τώρα για πρόστιμα, κι αυτό το σίγμα μού τη δίνει, ξεκόλλα γαμώτο, εδώ καιγόμαστε, οι σημειώσεις της Τρίτης Λυκείου είναι ελλιπείς, πού είναι το αρχείο με τις ασκήσεις -τι τίτλο τού ’χω βάλει; Αμάν, έπαθα μπλακ άουτ κι η άλλη περιμένει τον πρόλογο -τι θέμα έχει;- ατομική και συλλογική ευθύνη, οκέι κάτι θα σκεφτώ, αλλά όχι τώρα, περνάει η ώρα. Αλήθεια, έχω βγάλει απ’ την πρίζα το καλώδιο της τοστιέρας; Τσεκάρω εκατό φορές καθημερινά, αν έχω κλείσει τα κουμπιά της κουζίνας, αν όλες οι συσκευές είναι εκτός πρίζας, τόσο που με πιάνει πονοκέφαλος.
Ή φοβία έχω με τη φωτιά ή σε προηγούμενη ζωή μ’είχαν κάψει στην πυρά. Αν το καλοσκεφτείς, μοιάζω με μάγισσα, μόνο που δεν μπορώ ν’ αλλάξω μαγικά τη ζωή μου.

Μα να ξεχάσω το τρίτο που πρέπει να ψωνίσω, γάλα, τσάι και... -ρίγανη μήπως;- αλάτι, υγρό πιάτων, βετέξ, σκόνη πλυντηρίου, ας πω όλα τα πράγματα που μου ’ρχονται στο μυαλό, μπορεί να το πετύχω. Και μου το λέει η φίλη μου η Γιούλη, κάνε γιόγκα, θα δεις ανάσταση, ούτε στρες ούτε τίποτα, κάνουν μαθήματα μέσω Skype. Και πού να τη στριμώξω τη γιόγκα; Έλα, υπερβολική -άλλη που με λέει έτσι-, τάλε κουάλε τα μυαλά του Σταύρου. Ταιριάζουνε οι δυο τους, καθόλου περίεργο που τα ’χανε ένα φεγγάρι και ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί χωρίσανε και προτίμησε εμένα, είναι και κάτι φορές που τους βλέπω να χαζογελάνε και νιώθω παρείσακτη. Σαμπουάν, κρεμοσάπουνο; Ουι κι αλίμονο αν πάρω σαπούνι. Μικρά κομματάκια, πέφτουν και βουλώνουν τον νιπτήρα. Αποσμητικά μασχάλης μήπως; Μπα, άσχετο, έχω απ’ αυτά, δηλαδή υποθέτω, δεν τα ’χω τσεκάρει όλα. Τι είναι αυτό; Μήνυμα στο φέισμπουκ -Σοφία, επείγον! Ο Γιάννης τελικά έχει γκόμενα, τι να κάνω; Τώρα σωθήκαμε, ρε Δέσποινα, βρήκες την ώρα να ζητάς συμβουλές -και από ποιόν, απ’ τον ειδήμονα;- ο Σταύρος κι η Γιούλη τα βρίσκουνε μια χαρά κι εγώ νιώθω κάτι, -πώς να το πω;- κάτι σαν δάγκωμα... Τίποτα, δεν μπορώ ν’ απαντήσω τώρα, αλλά έχει δει πως το διάβασα το μήνυμα και θα νομίζει πως τη φτύνω “Άκου, Δεσποινάκι, πρέπει να πάω σούπερ μάρκετ κι έχω αργήσει. Θα τα πούμε...” Πότε να της πω; Το απόγευμα θα διαβάζω τον μικρό, θα φτιάξω τον πρόλογο της μαθήτριας, είναι κι εκείνα τα πουκάμισα του Σταύρου τσαλακωμένα απ’ την προηγούμενη βδομάδα. Έχω και να μαγειρέψω. Τώρα τελευταία, ο Σταύρος, βλέπει εκπομπές μαγειρικής. Τι μανιτάρια σωτέ αλά κρεμ, τι πιπεράτο μοσχάρι alla Toscana, τι σούσι μού παραγγέλνει. Πρέπει, αν βρω χρόνο, να μελετήσω συνταγές στο ίντερνετ. Οπότε, άσ’ το φλου στη Δέσποινα -Θα τα πούμε...- Και αποσιωπητικά απαραιτήτως. Σπουδαίο σημείο στίξης τα αποσιωπητικά, απατηλά και πολλά υποσχόμενα.
Γάλα, τσάι και;- φτου, ακόμα να θυμηθώ, θα μου ’ρθει, πού θα πάει

Τι είναι αυτή η ανάρτηση; Η Μουνλάιτ του Μπετόβεν, έχω να την ακούσω από τότε που ήμουνα φοιτήτρια κι έμενα στη φοιτητική Εστία. Το ραδιόφωνο έπαιζε Τρίτο Πρόγραμμα κι είχε βάλει τη Μουνλάιτ. Αποκοιμήθηκα σε μια καρέκλα, κι όταν ξύπνησα μετά από ώρες, είχα στα πόδια μου μια κουβέρτα, μια στοργική πράξη απ’ τη συγκάτοικο. Τι το θυμήθηκα τώρα αυτό… Υπάρχει χρόνος να την ακούσω όλη; Το σούπερ μάρκετ περιμένει, μας λείπουν πράγματα -γάλα, τσάι, και;
Άι σιχτίρ, γιατί να μην υπάρχουν 3D για τ’ αυτιά, να με βυθίσουν στη Μουνλάιτ να τα ξεχάσω όλα, να ξαναγίνω η φοιτήτρια που νανουρίζεται στις καρέκλες;
Γάλα, τσάι και οδοντόπαστα, το θυμήθηκα επιτέλους!      


2. Ένας μήνας στο σπίτι -Κωστής Γωγιός.

Και εντάξει, πόσο δύσκολο να είναι να μείνεις ένα μήνα στο σπίτι; Πάντα γκρίνιαζα ότι δεν προλαβαίνω να κάνω πράγματα, γκρίνιαζα για τις περιττές μετακινήσεις με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, γκρίνιαζα για την αγένεια των ανθρώπων, τη βρώμικη πόλη, για όλα. Ευκαιρία λοιπόν! Και η δουλειά; «Θα δουλεύεις από το σπίτι», μου είπαν. Συγγνώμη, θα κερδίσω ώρες ύπνου, θα αποφύγω τις συναναστροφές με συναδέλφους που δεν αντέχω και θα δουλεύω φορώντας φόρμες; Πού υπογράφω;
 
Οι πρώτες μέρες κυλάνε, σχεδόν, ιδανικά. Ξυπνάω, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο γραφείο, εντός και εκτός, εισαγωγικών. Η πολυπόθητη μοναξιά και ησυχία είναι γεγονός. Χωρίς ψεύτικες «καλημέρες», χωρίς τυπικά «τι κάνεις;» που δεν περιμένουν ποτέ απάντηση ή έστω κάτι διαφορετικό από το «Μια χαρά, εσύ;».  Στις περιπτώσεις που απαντήσεις κάτι διαφορετικό, ο συνομιλητής σοκάρεται, δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί. Δεν θεωρώ ότι είμαι αντικοινωνικός, απλώς νομίζω ότι βρίσκω ανούσιες τις «υποχρεωτικές» μικροσυζητήσεις στον ψύκτη νερού, στην είσοδο-έξοδο της τουαλέτας, ή στην - κοινή- επιστροφή με τα μέσα, εκεί που το μόνο που θέλεις είναι να διαβάσεις το βιβλίο σου ή ν’ακούσεις την μουσική σου. 
Τώρα στην ησυχία του σπιτιού μου, στέλνω ένα e-mail και προχωράω στην επόμενη υπόθεση.

Εντάξει, περνάνε οι μέρες. Δεν είναι τόσο άσχημα. Σειρές, ταινίες, παιχνίδια στον υπολογιστή, βιντεοκλήσεις με φίλους και συγγενείς. Και, εντάξει, οι πρώτοι είναι συνηθισμένοι σ'αυτά, αλλά οι δεύτεροι; Ξέρεις πόσες φορές συνομίλησα με το αυτί του πατέρα μου, το μάτι της μάνας μου ή το τραπεζάκι του σαλονιού τους; 

«Μπαμπά, όταν κάνουμε βιντεοκλήση μην το βάζεις στο αυτί σου, για να σε βλέπω».

«Τώρα θα φωνάξω την μάνα σου, που σκαμπάζει από τεχνολογία». 

Νομίζω, τους είδα πιο φευγαλέα και από τις εικόνες που δείχνουν το Γέτι ή τη Νέσι, το τέρας του Λοχ Νες. Αλλά κι αυτή η μανία για βιντεοκλήσεις; Χάθηκε το παλιό καλό τηλέφωνο; Πλέον, ακούω το σταθερό να χτυπάει και φτιάχνω ασυναίσθητα τα μαλλιά μου, ελέγχοντας αν φοράω όλα μου τα ρούχα!

Έκανα και τις απαραίτητες προμήθειες για αυτόν τον μήνα. Βιβλία, σνακς, αλκοόλ. Έτσι κι αλλιώς, οι άνω κάποιας ηλικίας δεν ήμασταν και κάθε μέρα έξω για ποτό. Που για να μπούμε σε μαγαζί, έπρεπε, όχι μόνο, να έχει θέση να κάτσουμε, αλλά η θέση να έχει και πλάτη. Να μωρέ, χίλιες φορές ένα τσιπουράκι με μεζέ· ξεροσφύρι να πιούμε το ποτό; Ή με τα φυστίκια; Τα είχε βγάλει στη φόρα τότε ο Ευαγγελάτος. Να, θα κόψω τυράκι σε μια πιατέλα, ντοματούλα, αγγουράκι, θα βάλω και ένα ουζάκι στο μπαλκόνι, τι τις θέλω τις εξόδους; Κάπνα, στριμωξίδι, υπερχρεωμένα ποτά, καθυστέρηση να παραγγείλεις, καλύτερα εδώ.
 
Πέρασαν οι δύο πρώτες εβδομάδες. Δεν ήταν κάτι δύσκολο, στην ηλικία μου πιο δύσκολο είναι να περιμένω τα αποτελέσματα των εξετάσεων! Σήμερα, βέβαια, ξύπνησα με ένα παράξενο συναίσθημα. Νομίζω, ότι μου έλειψε λίγο η πρωινή ρουτίνα που είχα. Να πάρω το λεωφορείο να πάω στη δουλειά, να χαζέψω στη διαδρομή τους τουρίστες, που έρχονται φορτωμένοι βαλίτσες και προσδοκίες, να διαβάσω το βιβλίο μου. Κοίτα να δεις, τόσες μέρες, ένα βιβλίο δεν διάβασα. Λες, και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στην ησυχία του σπιτιού μου και προτιμώ τη φασαρία του λεωφορείου, και τον συνεπιβάτη που μιλάει δυνατά στο κινητό. 
Αμ το άλλο; Είκοσι μέρες μέσα και μου έλειψε μια κρύα μπύρα σε ένα μαγαζί. Κι ας είναι στα όρθια στο μπαρ, αν δεν βρω θέση, δεν με πειράζει. Έτσι, να σιγοπίνω την παγωμένη μπύρα και ταυτόχρονα να ρουφάω τις συζητήσεις της διπλανής παρέας, να περιμένω τους φίλους μου -που άργησαν για ακόμα μια φορά- να κάνω χάζι το ζευγαράκι δίπλα και να προσπαθώ να μαντέψω σε ποιο ραντεβού είναι και πόσο καλά πάει!

Το σπίτι με πνίγει. Καλή και η ησυχία, αλλά όχι για πολύ. Πιάνω τον εαυτό μου να αφήνει την τηλεόραση ανοιχτή, χωρίς να παρακολουθώ κάτι, μόνο και μόνο για να υπάρχει και μια άλλη φωνή. Να υπάρχει και μια άλλη παρουσία. Κάθομαι στο μπαλκόνι να πιώ τον καφέ μου και ζηλεύω τους περαστικούς. Με σκυλιά, με ψώνια, η απλώς μ’ενα τσιγάρο στο χέρι. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι με το πάσο τους, χωρίς να βιάζονται, μόνοι, με παρέα. 

Εικοστή πέμπτη μέρα. Έχω νεύρα. Κουράστηκα. Κουράστηκα να κάθομαι. Ψυχολογικά δηλαδή, όχι σωματικά. Ποιος θα μου το έλεγε εμένα, που δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω από τη δουλειά, και να μείνω σπίτι με την μουσική μου και τις σειρές μου. Σκεφτόμουν, ότι θα έχω την ευκαιρία να γράψω, να τελειώσω όλα αυτά τα κείμενα που αφήνω συνεχώς, γιατί δεν έχω χρόνο. Και τώρα που έχω τόσο χρόνο, δεν έχω άλλες παραστάσεις. Τι να γράψω; Για τη διαδρομή σαλόνι-κουζίνα με μια γρήγορη στάση στο μπάνιο; Τα’χει φωνάξει, πολύ καλύτερα, από μένα ο Οικονομίδης με τη φωνή του Ερρίκου Λίτση

Φτάνω στο τέλος του μήνα. Ξέρεις τελικά τι κατάλαβα; Όσο και να το ζητούσα, όσο και να το’θελα, είναι πολύ δύσκολο. Είναι σαν αυτές τις φορές που ήμουν άρρωστος μικρός, κι η μάνα μου δεν με’στελνε σχολείο. Και’λεγα «πωπω, τι καλά! Θα παίξω ηλεκτρονικά παιχνίδια, θα δω τηλεόραση, δεν θα κάνω μάθημα!». Και μετά διαπίστωνα ότι το κεφάλι μου ήταν «βαρύ» για να μπορέσω να παίξω, η τηλεόραση δεν είχε κάτι που να μ’ενδιαφέρει και βαριόμουν. Βαριόμουν πολύ. Σε σημείο που να μου λείπει το σχολείο. 

Κοίτα να δεις τι σου κάνει ένας μήνας στο σπίτι, από την πολύ ομφαλοσκόπηση, έφτασα στα παιδικά μου χρόνια. Μήπως να ξαπλώσω καλύτερα στο ντιβάνι και να σας μιλήσω για τα όνειρα μου; Ίσως, τελικά, να μας λείπει αυτό που δεν έχουμε την εκάστοτε χρονική στιγμή. Ίσως, τελικά, όλα να χρειάζονται. Μια μεγάλη βόλτα με καφέ στο χέρι, η συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, μια καλημέρα από έναν άγνωστο, η παρέα με φίλους, η ησυχία κι η απομόνωση. Ίσως, τελικά, το μόνο που μας χρειάζεται είναι η δυνατότητα της επιλογής.   


3. Ήξερε να γελάει - Λυδία Τουλουμίδου.

Το παιδί του κάτω ορόφου, γελούσε συνέχεια. Γελούσε, τόσο δυνατά, που πολλές φορές έβγαινα στο μπαλκόνι και τον κατσάδιαζα -σαν κάθε γριά που σέβεται τον εαυτό της. Αλλά αυτός ποτέ δε σώπαινε. Κούναγε καταφατικά το κεφάλι του κ ενώ προσποιούνταν ότι δε θα ξανά κάνει φασαρία, σε ώρες κοινής ησυχίας – εγώ προσποιούμουν πως τον πιστεύα. Μόλις  έμπαινα μέσα ξανάρχιζε. Το’ξερα, είχε αρχίσει σχεδόν να μ’αρέσει. Μου έφτιαχνε τη μέρα και ας μην του το ‘χα πει ποτέ!

Τρεις εβδομάδες, τώρα, δεν τον βλέπω. Δεν ανοίγει τα παράθυρα, να μπει λίγο φως στο δωμάτιο του. Ανησυχώ. Δεν βάζει τέρμα τη μουσική και έτσι δε μπορώ  να χτυπήσω, με δύναμη το πόδι μου στο πάτωμα, συνθηματικά, για  να τη χαμηλώσει. Πάντα αυτό γινόταν. Και την χαμήλωνε… Τα πρώτα δέκα λεπτά! Εγώ έκανα πως νευριάζω και φτου και απ’ την αρχή. Είχε κι αυτό μια δράση. Από όταν πέθανε ο άντρας μου, κάτι τέτοια μου δίνουν ζωή.

Τις προάλλες έκατσα στο μπαλκόνι δύο ώρες - μπορεί και παραπάνω- μήπως και ιδωθούμε. Τζίφος. Αυτός, πάντα, καθόταν με τις ώρες έξω και διάβαζε. Άδειο όμως τώρα το μπαλκόνι του, και οι πλαστικές καρέκλες του, φιλοξενούν κοπανιστό αέρα, ο οποίος φυσά τον απότιστο βασιλικό, που διακοσμεί το ξύλινο τραπεζάκι. Μπήκα μέσα και έκλεισα και τις κουρτίνες.
Ανησυχώ.

Του φτιάχνω μία σπανακόπιτα. Την αφήνω στην κουζίνα να κρυώσει, ενώ την σκεπάζω με μια πετσέτα, γιατί μύγες σουλατσάρουν συχνά- πυκνά απ’τ’ανοιχτά παράθυρα. Η σκέψη ότι αύριο θα τον δω κάπως με καθησυχάζει.  Ανυπομονώ να χαμογελάσει και να πει “Αχ κ. Αναστασία, η πίτα σου δε παίζεται” και να με ξαποστείλει, εμμέσως πλην σαφώς, γιατί είμαι πολύ μεγάλη για την παρέα του. Είναι νέος, όμορφος και ιδιαίτερος. Το κοτσιδάκι του -που πάντα τον απειλούσα να του το κόψω- του δίνει άλλον αέρα. Έχει ολοπράσινα μάτια και έντονα ζυγωματικά. Η λέξη, ρυτίδα, άγνωστη για το λείο πρόσωπο του, σ'αντίθεση με το δικό μου, που'ναι ο κανόνας!

Πέρασε η ώρα, εντεκάμιση. Πηγαίνω στο άδειο μου κρεβάτι, φοράω τις πιτζάμες μου, κλείνω το φως, σβήνω τηλεόραση και καντηλάκι, κάνω προσευχή. Καληνύχτα.

Το παιδί από κάτω γελάει, γελάει τόσο δυνατά και ενοχλητικά, που σχεδόν μετάνιωσα την πίτα που όλο το απόγευμα ζύμωνα! Έχει βγει έξω και κρέμεται από την θεόρατη πολυκατοικία, απέναντι απ’το σπίτι μου. 
“Θα πέσεις!” του φωνάζω. Δεν μιλάει, μονάχα γελάει και το γέλιο του στολίζει όλο το τετράγωνο. Επιτέλους! Κρατάει στο χέρι του, έναν τεράστιο κουβά με χρώματα, ενώ ακόμα αιωρείται, πιασμένος απ’ένα σκοινί. Κόκκινο, μπλε, κίτρινο. Το πινέλο του έχει γίνει πολύχρωμο όμως δεν τον πτοεί. 
Σε κλάσματα δευτερολέπτου, βάφει όλη την γκρίζα πολυκατοικία κίτρινη! Παραδόξως, οι ένοικοι δεν διαμαρτύρονται. Τον χαζεύουν αμίλητοι και σαν να ευχαριστιούνται, αυτή την αλλαγή. Τώρα, μ’ένα σάλτο, φτάνει και στην διπλανή, την οποία χωρίς πολλή σκέψη, κάνει κόκκινη! Την άλλη μπλε, την άλλη πράσινη, μωβ, πορτοκαλί. Και κάπως έτσι βάφει όλη την πόλη, σε χρώματα που ο ίδιος έχει επιλέξει...
Αυτή η πολύχρωμη αύρα, ταιριάζει γάντι με τον χαρακτήρα του. Είναι ευτυχισμένος. Τραγουδάει, γυροφέρνοντας ανάμεσα στα χρώματα. Ακόμη και ο ήλιος συμμερίζεται την χαρά του και τον ακολουθεί, δίνοντας του το τέμπο. Τίποτα, δεν μπορεί να χαλάσει αυτή την ηρεμία εκτός από..
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
Εννιάμιση πήγε. Ξημέρωσε και χαμπάρι δεν πήρα. Το όνειρο που έβλεπα με συνεπήρε τόσο, που μόλις τράβηξα τις κουρτίνες, η βαρετή τσιμεντούπολη με αηδίασε… Αρπάζω την σπανακόπιτα και, βηματίζω προς την εξώπορτα. Την τραβάω ώσπου να κλείσει, και με έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό, κατεβαίνω τις σκάλες. Χτυπάω το κουδούνι, δεν με νοιάζει! Μ'ανοίγει και στέκεται μπροστά απ’την πόρτα με το ίδιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Το βλέμμα μου τρυπώνει πίσω από την πλάτη του και ξαφνιάζομαι μόλις καταλαβαίνω. Μπογιές στο πάτωμα και απλωμένε εφημερίδεςς! Αυτός, φοράει παλιά ρούχα και το μάγουλο του έχει μία λωρίδα κόκκινη. Βλέπω τον τοίχο μπροστά μου, βαμμένο στο ίδιο χρώμα και γραμμένα στιχάκια πάνω του. Αποφθέγματα, ζωγραφιές… Μου’ρχεται στο μυαλό το όνειρό που είδα την προηγούμενη νύχτα και ανατριχιάζω. “Τι κάνεις;” καταφέρνω να ξεστομίσω.
“Κυρία Αναστασία, μου λέει με ήρεμη και βαθιά φωνή  “είμαστε εκεί που θέλουμε να είμαστε” Αφού πρέπει να μείνω κλεισμένος, μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους, θα τους κάνω αληθινό μου σπίτι! Όχι απλά στέγη για να μην βρέχομαι…”
Αυτό είπε μόνο και ξαναπήρε την μπογιά στα χέρια του. Μου χαμογέλασε και φόρεσε πάλι την χειρουργική μάσκα. Μετά χρωμάτισε ολόκληρο το σύμπαν.





©Bookaholic Thoughts
23/05/20




Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

Κριτική του βιβλίου «Εξαφανίσεις» της συγγραφέως Ελλεάνα Βλαστού.




Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου

Ένα μαξιλάρι στον καναπέ. Ένα πιάτο με μακαρόνια και ένα πιρούνι στο τραπέζι.
Το εξώφυλλο με τράβηξε αμέσως.
Μετά ο τίτλος . ‘’Εξαφανίσεις’’.
Διηγήματα.
Έπρεπε να το διαβάσω αυτό το βιβλίο. Αμέσως το παρήγγειλα, αμέσως το διάβασα.

Έξι διηγήματα. Άνθρωποι που χάνουν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, ξαφνικά ή δρομολογημένα, στο παρόν ή στο παρελθόν και καλούνται να συνεχίσουν να υπάρχουν μετά από αυτό.

Η σύζυγος που δεν μπορεί να ξεπεράσει το θάνατο του άνδρα της. Φορά τα ρούχα του, ακούει τη μουσική που άκουγε, ξαναταξιδεύει τα ταξίδια τους, του μιλά σαν να ήταν δίπλα της. Ζει μέσα από την ανάμνησή του και μόνο για αυτήν.

Ο δότης σπέρματος που θέλει να πει στους υποψήφιους γονείς να φύγουν μακριά, πως τα όνειρά που κάνουν για το παιδί τους-αν ποτέ γεννηθεί- δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα, πως τους κοροιδεύει και αυτός και το αφεντικό και η ζωή η ίδια. Όλα αυτά θέλει να τους πει αλλά τίποτα από αυτά δεν τους λέει. Μέχρι που τιμωρείται για αυτό. Και η τιμωρία είναι ξαφνική, επίμονη και παντοτινή.

Το αγόρι που χάνει όποια γυναικεία ύπαρξη αγάπησε βαθιά χωρίς να ξέρει γιατί και δεν ξέρει πώς να ζει με αυτό.

Η γυναίκα που σε μια κηδεία συνειδητοποιεί ότι είναι και η ίδια νεκρή, αν και ζει ακόμα. Ακολούθησε το μονοπάτι που της υπέδειξαν αυτοί που ήξεραν καλύτερα και έζησε μια ζωή που δεν ήθελε. Και τώρα;

Η γυναίκα που αναγκάζεται να πουλήσει πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια για να μπορέσει να επιβιώσει και παλεύει να σώσει ό,τι μπορεί.

Η διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων που θέλει να διακοσμεί μόνο χαρούμενα σπίτια, σπίτια πολύ διαφορετικά από αυτά που έζησε, προσπαθώντας να ξορκίσει τους δαίμονες του παρελθόντος.

Έξι ιστορίες που συγκινούν και προβληματίζουν. Λιτή, απλή και βαθιά ουσιαστική αφήγηση, σαν απαλή μουσική.

Ανυπομονώ να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία της συγγραφέως.


Πληροφορίες αρθρογράφου

Η Μαρία Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια αγγλικών, μεταφράστρια και συγγραφέας. Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο της ‘’Η ζωή από το τζάμι περνά’’ από τις Εκδόσεις Λέμβος. Γράφει στο blog Λογοτεχνικοί Ορίζοντες.


Περιγραφή βιβλίου

Στη χώρα που ξόδεψε τα παιδιά της, το παρόν μοιάζει με φάντασμα και γίνεται σημείο αναφοράς το παρελθόν. Έτσι, αναζητούνται κειμήλια και χαρούμενες αναμνήσεις, όνειρα, υποσχέσεις και άνθρωποι. Όμως οι άνθρωποι εξαφανίζονται. Γιατί; Γιατί έτσι.

Έξι πρόσωπα καθημερινά, εκτεθειμένα στα απρόοπτα του βίου· άνθρωποι που κυκλοφορούν δίπλα μας, στην Αθήνα: κάπου στη λεωφόρο Κηφισίας, όπου πωλείται κι αγοράζεται το όνειρο για "ψηλά μελαχρινά", στο Σύνταγμα, στον ξεθωριασμένο απόηχο των Αγανακτισμένων και στα μαγαζιά που αγοράζουν χρυσό, στις γειτονιές της πόλης. Μονολογούν -κυρίως- και διαλέγονται -σπανίως-, το καθένα μέσα στο δικό του κλειστό σύμπαν. Αντιτάσσουν στη βιαιότητα των αλλαγών που τους επιβάλλονται τη δύναμη και τις αδυναμίες τους, την αξιοπρέπεια και το πείσμα τους.

Έξι διηγήματα "δωματίου", που αποδίδουν τη στιγμή με λιτή αφήγηση και χαμηλούς τόνους, ελεγχόμενο πάθος και συμπάθεια για τα ανθρώπινα.



Βιογραφικό συγγραφέα



Η Ελεάννα Βλαστού γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε Ιστορία και αρχαιολογία στη Σορβόννη και ιστορία της τέχνης στη Σχολή του Λούβρου, στο Παρίσι (οι γνώσεις της γύρω από αυτά τα θέματα είναι πλέον ατροφικές). Γύρισε στην Ελλάδα το 2000 -για τους λάθους λόγους- και έκτοτε ασχολείται με το χόμπι της, το διάβασμα. Γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η ανάγνωση μπορεί να γίνει επάγγελμα και έτσι έγινε επαγγελματίας αναγνώστρια σε εκδοτικούς οίκους, δούλεψε στο greekbooks.gr και τώρα αρθρογραφεί στην "Athens Voice" και στο γυναικείο περιοδικό "Look", γράφει για βιβλία αλλά και για θέματα της πόλης. Επίσης, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του ηλεκτρονικού περιοδικού κριτικής για τα γράμματα και τις τέχνες, critique.gr. Το δεύτερο αγαπημένο της χόμπι είναι να περπατάει, χωρίς προορισμό, στις πόλεις του κόσμου. Πάντα ταξιδεύει με 2.500 σελίδες στις αποσκευές (και πληρώνει υπέρβαρο φυσικά) από φόβο μήπως ξεμείνει και δεν έχει κάτι να διαβάσει. Το "Εξαφανίσεις" είναι το πρώτο της βιβλίο.


© Νάντια Βαβάση για το Bookaholic Thoughts.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Κριτική ‘’Απο Ζάχαρη κι Αλάτι’’ της Βανέσσα Αδαμοπούλου



Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου



Είναι ορισμένα βιβλία που από την αρχή σε παίρνουν μαζί τους, σε παρασέρνουν σε ένα μακρινό ταξίδι γεμάτο συγκινήσεις και προβληματισμούς και μένουν μαζί σου πολύ αφού τελειώσουν.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το ‘’Από Ζάχαρη κι Αλάτι’’.

Είναι η ιστορία της ζωής του Ανδρέα, μέσα από τα μάτια του ίδιου, από τον πόλεμο του 40 , μέχρι το 1994.  Από την αρχή ο Ανδρέας μας αποκαλύπτει τον μεγάλο του έρωτα,  τη  μητέρα του, την Ελένη. Η Ελένη είναι ένα αερικό, μια διακριτική παρουσία  που πάντα είναι εκεί αλλά και ταυτόχρονα δεν είναι, που αγαπά αλλά κρατά πάντα μια απόσταση ασφαλείας. Ποτέ δεν δίνει στον Ανδρέα την αγάπη που αυτός έχει ανάγκη αλλά ούτε κι αυτός τολμά ποτέ να παραπονεθεί για αυτό. Του αρκεί που είναι εκεί και μπορεί να τη λατρεύει άνευ όρων, όπως ακριβώς κι ο πατέρας του ο Νικόλας. Όταν ο Νικόλας φεύγει  για να πολεμήσει στο μέτωπο, ο Αντρέας και η Ελένη μετακομίζουν στο σπίτι της γιαγιάς. Κι εκεί ξεκινά μια νέα ζωή για την οποία κανείς τους δεν ήταν προετοιμασμένος.
 Ο μικρός Αντρέας δίνει μια αντιφατική μάχη: Παλεύει να μάθει τα πάντα, να γίνει σοφός, δυνατός, μεγάλος για να μπορέσει να αντέξει στις κακουχίες, να σώσει αυτός τον κόσμο. Και ταυτόχρονα  συνεχίζει να ονειρεύεται ότι ο κόσμος είναι όμορφος και θα γίνει ακόμα ομορφότερος, παλεύει να παραμείνει μικρός και αθώος παρά τις κακουχίες, ζητά να χωθεί στην αγκαλιά της αγαπημένης μητέρας Ελένης.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Ένα άρθρο για τον ψυχολόγο Κο Γιώργο Πιντέρη.


Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου

Δεν θυμάμαι ποτέ ακριβώς ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία του. Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του που διάβασα, ούτε πώς έτυχε να το βρω. Ξέρω όμως ότι από τότε που ξεκίνησα δεν μπορώ να σταματήσω. Ήταν έρωτας κεραυνοβόλος ( αν και δεν ερωτεύομαι ποτέ έτσι) πολύ έντονος και βαθύς.

Μιλάω για τον Γιώργο Πιντερη. Έναν εξαιρετικό ψυχολόγο. Σε κάθε του βιβλίο διακρίνω ένα τεράστιο ενδιαφέρον να προσεγγίσει ένα πρόβλημα από κάθε οπτική γωνία. Αναλύει επεξηγηματικά, (πάντα με παραδείγματα) κατανοητά, ανθρώπινα. Μοιράζεται προσωπικές στιγμές, στιγμές με ασθενείς, πάντα διακριτικά και με έξυπνο χιούμορ.

Δεν θα ξεχάσω όταν μια Κυριακή τηλεφώνησα για να αφήσω μήνυμα στον τηλεφωνητή του για έναν συγγενή που ήθελε ραντεβού. Άφησα το μήνυμα μου. Δεν πέρασαν 2 λεπτά και μου τηλεφώνησε ο ίδιος ο Γιώργος Πιντερης για να με ρωτήσει αν συνέβαινε κάτι σοβαρό για να κανονιστεί ραντεβού άμεσα.

Εδώ και είκοσι χρόνια διαβάζω όλα του τα βιβλία και περιμένω με αγωνία για το επόμενο.
Διαβάζω επίσης και το site του και παρακολουθώ και το κανάλι του στο YouTube.

Αν θέλετε να καταλάβετε καλύτερα τον εαυτό σας, να επικοινωνείτε πιο αποτελεσματικά με τους γύρω σας , να βοηθήσετε έναν δικό σας, ο Γιώργος Πιντερης είναι μια εξαιρετική επιλογή!


 Πληροφορίες αρθρογράφου

Η Μαρία Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια αγγλικών, μεταφράστρια και συγγραφέας. Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο της ‘’Η ζωή από το τζάμι περνά’’ από τις Εκδόσεις Λέμβος. Γράφει στο blog Λογοτεχνικοί Ορίζοντες. 


Τα βιβλία του συγγραφέα




Βιογραφικό συγγραφέα




O Γιώργος Πιντέρης είναι διδάκτωρ Συμβουλευτικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ball State της Ιντιάνα. Έκανε σπουδές στο Λονδίνο στην Αεροναυπηγική. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ. Όλα τα χρόνια των σπουδών του δίδασκε παράλληλα καράτε. Ως ψυχολόγος έγινε γνωστός στο ελληνικό κοινό το 1977 από τη ραδιοφωνική εκπομπή "Γνώρισε τον εαυτό σου". Το 1978 αναχώρησε για τις ΗΠΑ, όπου ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές και το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Ball State το 1982. Από τότε μέχρι σήμερα έχει κάνει πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές στην Ελλάδα και την Κύπρο. Έχει δώσει εκατοντάδες σεμινάρια και διαλέξεις σε όλη την Ελλάδα. Ζει και εργάζεται στη Γλυφάδα, κάνοντας ατομικές συνεδρίες, οργανώνοντας ομάδες αυτοβελτίωσης και δίνοντας εκπαιδευτικά σεμινάρια. Παίζει κιθάρα και PlayStation... Του αρέσει να υπερηφανεύεται πως είναι ο πρώτος που δίδαξε καράτε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Η σελίδα του συγγραφέα/ψυχολόγου στο Facebook.


©Νάντια Βαβάση για το Bookaholic Thoughts.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Ηθοποιός...σημαίνει φώς!! Ένα μικρό αφιέρωμα στην Έλλη Λαμπέτη.

Σαν σήμερα, 13 Απριλίου, γεννιούνται στα Βίλια Αττικής, δύο δίδυμα με διαφορά μιας ολόκληρης ώρας!
Το πρώτο υγιέστατο, το δεύτερο από την πρώτην επαφή με τον κόσμο, ασθενικό και ταυτόχρονα δυνατό αφού έδωσε μάχη με κερδίσει την ζωή του! Και παρά τις λιγοστές ελπίδες των γιατρών να σωθεί, η μικρή Έλλη Λούκου, ένα λυμφατικό πιθηκάκι, όπως η ίδια αυτοσαρκαστικά αναφερόταν για τον εαυτό της, σε ιδιόχειρο σημείωμα, κέρδισε την πρώτη μάχη της ζωής της. 

Το μωρό αυτό, στα επόμενα χρόνια αποτέλεσε κορυφαίο παράδειγμα, εμβληματική παρουσία, γυναίκα με δύναμη, πειθώ και αναζητούσε την αγάπη στους εραστές της ζωής της αλλά και στην Τέχνη που για εκείνη αποτελούσε το οξυγόνο της.

Πρόκειται για την ιδιαίτερη Έλλη Λαμπέτη, το πιο γλυκό ψέυδισμα των ελληνικών τεχνών.  

Εγγονή του Καπετάν Σταμάτη, που πολέμησε το 1821 στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, είχε κληρονομήσει την εσωτερική δύναμη και την μαχητική ικανότητα της σε κάθε επίπεδο.

Οι γονείς της, η Αναστασία Σταμάτη και ο Κώστας Λούκος, αποτελούσαν πολύτεκνη οικογένεια, 6 παιδιών. Ο πατέρας της, ήταν ιδιοκτήτης ταβέρνας και η μητέρα της , αποτελούσε την ήσυχη και κατευναστική  παρουσία για την οικογένεια και όσους αγάπησε.

Μετα από δύο χρόνια η οικογένεια μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα, στην οδό Δελφών 2, στα Εξάρχεια,  στο σπίτι που σχεδίασε ο Αρχιτέκτονας Κρίστιαν Χάνσεν.

13 χρόνια αργότερα, η Έλλη Λούκου, έδωσε εξετάσεις στην Δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, όπου απορρίφθηκε.
Στην αρχή απογοητεύτηκε αλλά μετά πείσμωσε και ξανά έδωσε εξετάσεις, όπου στην κριτική επιτροπή βρισκόταν και ο Δημήτρης Χορν, ο μετέπειτα μεγάλος της έρωτας, αφού πρώτα είχαν συνεχόμενες κόντρες και πειράγματα.
Αυτή τη φορά το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη,ύστερα από συνεχείς παρεμβάσεις ενός συναδέλφου της Κοτοπούλη, του οποίου εμπιστεύονταν την κρίση του. Έτσι η Κοτοπούλη, έδωσε μια ευκαιρία στην Έλλη, αρκετά διστακτικά στην αρχή αλλά πολύ γρήγορα αναγνώρισε την αξία της και έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια.
Την κράτησε κοντά της, την στήριξε, την εμπιστεύθηκε απόλυτα, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο αφού είχαν μια πολύ καλή σχέση. Η Μαρίκα Κοτοπούλη, της εμπιστεύθηκε το πιο πολύτιμο μυστικό της, τα ερωτικά γράμματα του Ίωνα Δραγούμη, τα οποία της έδωσε να διαβάσει.
Στο μεσοδιάστημα των εξετάσεων ο θείος της της πρότεινε αποφασιστικά να αλλάξει το επώνυμο της σε Λαμπέτηπ, δανεισμένο απο τους ήρωες του Αστραπόγιαννου, στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη.

Το 1941 χάνει τον δίδυμο αδερφό της Τάκη από φυματίωση. Ένα δυνατό πλήγμα, στον ψυχισμό της και στην ζωή της.
Αργότερα, κατά τα Δεκεμβριανά, μια αδέσποτη σφαίρα, βρίσκει την μητέρα της μέσα στο ίδιο της το σπίτι, μπροστά στα μάτια της Έλλης... Εκεί χάνεται το βλέμμα της στην βαθιά μελαγχολία.

Το 1942, έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν.
Κι ενώ το όνειρο της αρχίζει να πραγματοποιήται, ο ξαφνικός έρωτας με τον Θεόδωρο Σγουρδέλη, ένας όμορφος και πλούσιος διπλωμάτης και ποιητής που ζει μόνιμα στο Παρίσι την αποσυντονίζει και την κάνει να αργοπορεί στο θέατρο, να ανησυχεί τους δικούς της ανθρώπους και εν τέλει να τα παρατάει όλα! Όλα όσα είχε ονειρευτεί. Η σχέση αν και θυελλώδης, δεν κρατάει πάρα πυο μόνο χρόνια, με την Έλλη να μένει πληγωμένη και προδωμένη.

Η Έλλη, επιστρέφει πιο δυναμικά και συνεργάζεται το 1946 με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και συμμετέχει σε παραστάσεις που άφησαν εποχή στα αθηναϊκά θεατρικά δρώμενα, όπως οι ρόλοι της στον «Γυάλινο Κόσμο», στην «Αντιγόνη», στο πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα του «Ματωμένου Γάμου», στο «Φιόρο του Λεβάντε», στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου».
Εκείνη την εποχή πραγματοποιεί και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με το «Αδούλωτοι Σκλάβοι», με σκηνοθέτη τον Μάριο Πλωρίτη, τον άνδρα που τελικά θα παντρευτεί το 1950.



Το 1948 η Λαμπέτη εγκαταλείπει τον Κουν και συνεργάζεται με τον θίασο της κυρίας Κατερίνας, καθώς και με αυτόν του Εθνικού Θεάτρου, συνεχίζοντας να ερμηνεύει ρόλους που εντυπωσιάζουν το θεατρόφιλο κοινό.

Το 1949 θα συνεργαστεί με τον μεγάλο «αντίπαλο» του Κουν, τον Κώστα Μουσούρη, με τον θίασο του οποίου οδηγείται σε ακόμη μεγαλύτερες επιτυχίες όπως ο «Κληρονόμος» και το «Πεγκ Καρδούλα μου».

Το 1950 γνωρίζει τον Αλέκο Αλεξανδράκη και ερωτεύονται σφόδρα, μένουν όμως μαζί μόνο 7 μήνες και ύστερα η Έλλη νιώθει πως ο Μάριος Πλωρίτης, που είχαν γυρίσει μια ταινία, ο δικός της φίλος,  είναι ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει μαζί του. Ο άνθρωπος που την καταλάβαινε ακόμη και με ένα βλέμμα.
Ο Μάριος Πλωρίτης καθοδηγεί τον θίασο Χορν-Παππάς-Λαμπέτη και η περιοδεία στο Κάιρο φέρνει πολύ κοντά τους δύο μεγάλους ηθοποιούς, τον Δημήτρη Χορν και την Έλλη Λαμπέτη. Ένας καρμικός έρωτας, ένας αναπόφευκτος δεσμός, μια ένωση ψυχών, μια σχέση με πολλά σκαμπανεβάσματα αλλά και πολύ πάθος.
Η Έλλη, ομολογεί τον κρυφό της έρωτα, στον Πλωρίτη, μόλις επιστρέφει ο θίασος και χωρίζουν φιλικά
Οι δύο τους μεγαλουργούν, η Έλλη ελεύθερη πια κάνει την μις επιτυχία μαζί με την άλλη, όπως Το νυφικό κρεβάτι», ο «Βροχοποιός», η «Κυρία με τις Καμέλιες», ο «Αριστοκρατικός Δρόμος» και «Το Παιχνίδι της Μοναξιάς» στο θέατρο, καθώς και «η Κάλπικη Λίρα», το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» και το «Κορίτσι με τα Μαύρα» στον κινηματογράφο.
Δεν παντρεύτηκαν ποτέ όμως έμειναν μαζί 6 ολόκληρα χρόνια!
Στο ενδιάμεσο η Έλλη είχε γνωρίσει πολλές απώλειες αλλά και μια έκτρωση που αναγκάστηκε να κάνει λόγω της άσχημης στάσης του Χόρν, στο κατά τα άλλα ευτυχές γεγονός.

Ο δεύτερος γάμος της έρχεται με τον Φρεντ Γουεικμαν, ο οποίος είναι και ο ανθρώπος που θα μείνει ως το τέλος μαζί της, αν και σε φιλικό και ανθρώπινο επίπεδο.
Τα έργα-σταθμούς στα θεατρικά πράγματα της χώρας, όπως «Το Λεωφορείο ο Πόθος», το «Πεπσι», η «Γλυκιά Ίρμα» και ο «Βυσσινόκηπος» είναι στο διάστημα που είναι μαζί με τον Φρεντ, όμως κάποια στιγμή όσο όμορφα και αν ένιωθε και όση αγάπη κι αν της έδινε αυτος ο γάμος, θέλησε την μητρότητα.
Εκεί , δημιουργήθηκε το σκάνδαλο της υιοθεσίας της μικρής Ελίζας όπου η Έλλη διεκδίκησε με δικαστικούς αγώνες.
Κάπου εκεί και ο καρκίνος εμφανίζεται και η άσχημη ψυχολογία γίνεται σύμμαχος της νόσου.
Πάλεψε, το νίκησε μια φορά αλλά εν τέλει 3 Σεπτεμβρίου του 1983 στην Νέα Υόρκη, τα θλιμμένα της μάτια έκλεισαν για πάντα και άφησαν πίσω τους ανθρώπους που την λάτρεψαν, κοινό που την αποθέωσε και μια κληρονομιά για τις επόμενες γενιές σε κάθε μορφής τέχνη, όπου μεγαλούργησε.

Αυτό το αφιέρωμα, στην μεγάλη και κορυφαία Έλλη Λαμπέτη.











© Νάντια Βαβάση για το Bookaholic Thoughts ® 13/04/20

Η ταινία Καζαντζάκης σε πρώτη προβολή την Δευτέρα του Πάσχα.

Στα πλαίσια της καμπάνιας «Μένουμε σπίτι», οι συντελεστές της ταινίας «Καζαντζάκης», που αναφέρεται στην ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη, αποφάσισαν να την προσφέρουν αφιλοκερδώς, για μια μόνο προβολή στην ΕΡΤ1.
Η ταινία θα προβληθεί την Δευτέρα του Πάσχα στις 8:45 το βράδυ, αν και αρχικά είχε προγραμματιστεί για άλλη ημέρα.


Το trailer της ταινίας



Η ταινία βασίζεται στο έργο «Αναφορά στον Γκρέκο», που είναι η αυτοβιογραφία του συγγραφέα.
Πρόκειται για μια υπαρξιακή αναζήτηση του συγγραφέα,  ο οποίος ταξιδεύοντας σε όλον το κόσμο διεκδικεί βιωματικά να κατανοήσει τον Χριστό, τον Βούδα, για να καταλήξει, μέσω του Οδυσσέα, στην κρητική ματιά: «Η ζωή είναι ανήφορος και πρέπει να τον ανέβουμε με αξιοπρέπεια και ανδρεία».
Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Γιάννη Σμαραγδή.













Βραβεία – προβολές:

📍Επίσημη συμμετοχή στο 51ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Χιούστον (Worldfest) η ταινία απέσπασε 4 βραβεία:

1.Grand Remi Award Καλύτερης Ταινίας

2.Gold Remi Award Καλύτερης Μουσικής για τον Μ. Μάτσα

3.Gold Remi Award Καλύτερης Φωτογραφίας για τον Άρη Σταύρου

4.Houston Broadcast Film Critics Associations Award Καλύτερου Ηθοποιού για τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο

🎬Δύο υποψηφιότητες για Gold Remi Award για τη Μαρίνα Καλογήρου και τον Θοδωρή Αθερίδη.

🏆Βραβείο Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ischia στην Ιταλία

🏆Βραβείο Κοινού στο Greek Film Expo της Νέας Υόρκης.

🏆Βραβείο Κοινού στο Greek Film Expo της Ατλάντα.

🎞️Τιμητική προβολή στην UNESCO στο Παρίσι.

📽️Συμμετοχή στο 40ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Καΐρου, στο 49ο Διεθνές Φεστιβάλ της Ινδίας (Γκόα), στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

🎦Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στο Χιούστον.

🍿Προβολή στο Museum of the Moving Image στη Νέα Υόρκη.

🎬Προβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφο EUFF στο Τορόντο, καθώς και στο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών στο Μόντρεαλ.

📽️Προβολή της ταινίας στο Πανεπιστήμιο Harvard και στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.

🎑Συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Βηρυτό.

📽️Συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Σιγκαπούρη.

🎬Συμμετοχή στο Γαλλόφωνο Φεστιβάλ Ταινιών στο Μπακού.

Επίσης, οργανώθηκαν πολλές ιδιωτικές προβολές σε διάφορες χώρες, όπως η Ελβετία, η Γερμανία, η Πολωνία, οι ΗΠΑ (Ουάσιγκτον) κ.ά.




Σκηνοθεσία-σενάριο: Γιάννης Σμαραγδής.
Μοντάζ: Στέλλα Φιλιπποπούλου.
Διεύθυνση φωτογραφίας: Άρις Σταύρου.
Σκηνογράφος-ενδυματολόγος: Γιώργος Πάτσας.
Ηχοληψία: Άρης Αθανασόπουλος.
Συγγραφέας διαλόγων: Γιάννης Σμαραγδής.
Συνθέτης μουσικής: Μίνως Μάτσας.

Παίζουν: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Μαρίνα Καλογήρου, Θοδωρής Αθερίδης, Στέφανος Ληναίος, Νίκος Καρδώνης, Ζέτα Δούκα, Αργύρης Ξάφης, Γιούλικα Σκαφιδά, Τάκης Παπαματθαίου, Μαρία Σκουλά, Αμαλία Αρσένη, Στάθης Ψάλτης, Πάνος Σκουρολιάκος, Όλγα Δαμάνη, Έρση Μαλικένζου κ.ά.


Το teaser trailer της ταινίας






© Νάντια Βαβάση για το Bookaholic Thoughts 13/04/2020.